To Rock Or Not To Rock

Posted: Αύγουστος 10, 2009 in Χωρίς κατηγορία

bill-haley-liveΑυτόν το μήνα συμπληρώνονται 55 χρόνια ακριβώς από την εμφάνιση στα ράφια των δισκοπωλείων ενός δίσκου 45, αλλά και 78, στροφών, που ένα χρόνο αργότερα θα έσπερνε όχι μόνο τον πανικό σε όλες ανεξαιρέτως τις κινηματογραφικές αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και τον ιό του rock ’n’ roll σε ολόκληρο τον πλανήτη! Διότι ήταν η στρατηγική τοποθέτηση του τραγουδιού (We ’re gonna) rock around the clock στην αρχή και στο τέλος της μεταφοράς στη μεγάλη οθόνη τής, διά χειρός Evan Hunter, ιστορίας του ονειροπόλου καθηγητή (Glenn Ford) και των απόκληρων μαύρων (Sidney Poitier) και λευκών (Vic Morrow) μαθητών ενός δημόσιου γυμνάσιου της Νέας Υόρκης, με τίτλο “Blackboard Jungle” που καθιέρωσε μια για πάντα το rock ’n’ roll ως πολιτιστικό, κοινωνικό αλλά και καταναλωτικό φαινόμενο.

Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Bill Haley παιδευόταν από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 και το ’52 έπιασε επιτέλους την καλή καταφέρνοντας να πουλήσει τη διόλου ευκαταφρόνητη ποσότητα των 200.000 περίπου δίσκων στην ευρύτερη βορειοανατολική πλευρά της Αμερικής με έναν τρόπο όχι και τόσο συνηθισμένο για εκείνη την εποχή: προσάρμοσε στα country & western μέτρα του δύο rhythm & blues επιτυχίες, το Rocket 88 (’51) των Jackie Brenston & His Delta Cars και το Rock the joint (’52) των Jimmy Preston & His Prestonians!
Ορθώς σκεπτόμενος λοιπόν, το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έπνιξε στη ναφθαλίνη τις μπότες με τα σπιρούνια, τα καπέλα Stetson και το καουμπόικο ρεπερτόριο, αναβάπτισε τους μουσικούς του σε Comets, έραψε τα, διάσημα σήμερα, κόκκινα καρό σακάκια τους και έστησε ένα ξέφρενο boogie γλέντι ενώνοντας με συρραπτικό μηχάνημα διάφορα σλόγκαν από την εφηβική αργκό των ημερών εκείνων. Ως γνωστόν, η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς, γιατί λοιπόν να φερθεί πρόστυχα στον κακομοίρη τον Bill; Το Crazy Man, Crazy (’53) έκλεψε όχι μόνο τις καρδιές αλλά και τις τσέπες του νεαρόκοσμου σε τέτοια παναμερικανική κλίμακα ώστε εκτοξεύτηκε στο νούμερο 12 του chart!

Και την πρωταπριλιά του ’54 άφησε στα κρύα του λουτρού την Columbia και τη RCA αντίστοιχα, για χάρη της Decca. Καθώς λοιπόν το γοργόν και χάριν έχει, έντεκα μέρες αργότερα ο Haley μαζί με τους Κομήτες Billy Williamson, Joey Ambrose, Marshall Lytle, Johnny Grande τους καλεσμένους ειδικά για την περίσταση Danny Cedrone και Billy Gussak και τον βετεράνο άνθρωπο της εταιρείας Milt Gabler πίσω από την κονσόλα,  κλείστηκε στο στούντιο Pythian Temple της Νέας Υόρκης για να ηχογραφήσει δύο τραγούδια: μια διασκευή στον, σχετικά πρόσφατο τότε, rhythm & blues τίτλο Thirteen women and one man του Dickie Thompson, και ένα άλλο που, από το προηγούμενο κιόλας καλοκαίρι, αποτελούσε μία από τις πλέον δυνατές στιγμές των ζωντανών εμφανίσεών του!

Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι είχε γραφτεί ειδικά γι’ αυτόν από το συνθέτη και παραγωγό James Myers με το ψευδώνυμο Jimmy De Knight και τον στιχουργό και… ταχυδρομικό υπάλληλο Max Freedman, ο Dave Miller, ιδιοκτήτης των τοπικών εταιρειών Holiday και Essex, δεν επέτρεψε στον Haley να το ηχογραφήσει όσο διάστημα τον είχε τυλιγμένο σε κάμποσες κόλλες χαρτί, διότι, για κάποιο λόγο, το κρατούσε μανιάτικο στον Myers. Με αποτέλεσμα η πρώτη ηχογράφηση του, περί ου ο λόγος, (We ’re gonna) rock around the clock να γίνει τον Οκτώβριο του ’53, όχι από τον Haley φυσικά αλλά από μια παρέα… γιαλαντζί μακαρονάδων φίλων του, τον Sunny Dae (πραγματικό όνομα Paschal Vennitti) και τους Knights –Art Buono, Hal Hogan και Mart (αγνώστων λοιπών στοιχείων)– και να κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του ’54 από την τοπική ετικέτα Arcade, που ανήκε στον Jack Howard, μάνατζερ τότε του Haley!

Αυτή η απόδοση όμως είναι πιο κοντά στο jive –χωρίς τα πνευστά– που έπαιζε ο Louis Jordan στα τέλη της δεκαετίας του ’40 σε τραγούδια όπως τα Reet, petite and gone και Saturday night fish fry  παρά στη νέα μορφή των πραγμάτων που πλησίαζαν με φόρα. Αυτό ήταν προφανώς γραφτό να γίνει από τον Haley και τους υπόλοιπους στη δική τους εκδοχή· ένας συγκερασμός από στιλ τραγουδιών όπως το Move it on over (’47) του Hank Williams το, καμία άλλη σχέση πέρα από τον τίτλο, Rock around the clock (’50) του Hal Singer και το How high the moon (’51) από τους Les Paul και Mary Ford, εμπλουτισμένος με σκαστό ταμπούρο, μπάσο παιγμένο με πραγματικό μίσος, κοφτό μέτρημα των ωρών, σπινταριστή κιθάρα και μανιασμένο σαξόφωνο. Ήταν τέτοια η δύναμη και η ενέργεια του τραγουδιού που είναι να απορεί κανείς πώς και πήραν την απόφαση όχι μόνον να το χαρακτηρίσουν … fox trot αλλά και να το ξαποστείλουν στη δεύτερη πλευρά.
Ευτυχώς που κάποιοι είχαν την περιέργεια να κάνουν τούμπα το δισκάκι…

ΝΙΚΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s